95 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΔΟΛΑΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ APPLE: ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΞΑΓΟΡΑΣΤΕΙ Η ΙΔΙΩΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΑΣ;

Η είδηση ότι η Apple συμφώνησε να πληρώσει 95 εκατομμύρια δολάρια για να κλείσει μια αγωγή σχετικά με κατηγορίες για κρυφή καταγραφή συνομιλιών από τη Siri προκάλεσε μεγάλη συζήτηση. Αν και η Apple δηλώνει ότι δεν έχει κάνει κάτι παράνομο, η μάλλον δεν το αναγνωρίζει ως κάτι άδικο αυτό, το γεγονός ότι δέχτηκε να πληρώσει αυτό το ποσό κάνει πολλούς να αναρωτιούνται και δικαίως, για τις πρακτικές της και τη στάση της απέναντι στους πελάτες της. Γιατί να θες να κρύψεις κάτι αν είσαι καθαρός;

Η συμφωνία αναφέρει ότι όσοι είχαν συσκευές της Apple από το 2014 έως το 2023 μπορούν να ζητήσουν αποζημίωση έως και 20 δολάρια για κάθε συσκευή που είχαν. Παρόλο που αυτό το ποσό μπορεί να φαίνεται σαν μια λύση, δημιουργεί το ερώτημα: είναι δυνατόν να αποτιμηθεί σε χρήματα η παραβίαση ενός τόσο σημαντικού δικαιώματος, όπως η προστασία της ιδιωτικής ζωής; είναι δυνατόν, να ζητάει από τους χρήστες ευθέως να εξαγοραστούν;

Το να καταγράφονται προσωπικές συνομιλίες χωρίς την άδεια των χρηστών παραβιάζει βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτά τα δικαιώματα προστατεύονται από την Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 12) και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 8). Η ιδιωτικότητα και η προστασία από αυθαίρετες παρεμβάσεις είναι βασικά και αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα. Ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (GDPR) δημιουργήθηκε για να αποτρέπει τέτοιες παραβιάσεις, ειδικά στην ψηφιακή εποχή όπου τα δεδομένα έχουν τεράστια αξία.

Παρόλα αυτά, μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες όπως η Apple και η Google φαίνεται να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στα κέρδη τους παρά στην προστασία της ελευθερίας των χρηστών τους. Συλλέγουν και πωλούν δεδομένα, χρησιμοποιούν στοχευμένες διαφημίσεις και επηρεάζουν την κοινή γνώμη, αποκτώντας έτσι δύναμη και εξουσία.

Άρα τελικά, που είναι τα δικαιώματα του ανθρώπου, η προστασία δεδομένων, και η προστασία ελευθερίας; Υπάρχουν καν;

Το να δέχονται οι χρήστες αποζημίωση μόλις 20 δολαρίων, ενώ έχει παραβιαστεί το δικαίωμά τους στην ιδιωτικότητα, μπορεί να θεωρηθεί ως υποβάθμιση της σημασίας αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος, καθώς ακόμη και η αποδοχή αυτών των καταστάσεων μας καθορίζει ευάλωτους ώστε να γινόμαστε θύματα όλο και περισσότερο. Οι πολίτες πρέπει να απαιτούν πραγματική προστασία απέναντι σε τέτοιες παραβιάσεις, αντί να εξαγοράζονται με μικρά χρηματικά ποσά, (θα λέγαμε πως θυμίζει πανδημία COVID-19 όπου η κυβέρνηση εξαγόραζε τον κόσμο να εμβολιαστεί δίνοντας του το ποσό των 150€ καθώς και κάποια ΜΒ internet).

Οι θεσμοί λοιπόν, όπως οι κυβερνήσεις, οι ρυθμιστικές αρχές και τα δικαστήρια, πρέπει να λαμβάνουν μέτρα για να αποτρέψουν τη χρήση καταχρηστικών πρακτικών από εταιρείες. Αυτό μπορεί να γίνει επιβάλλοντας αυστηρότερους νόμους και κανονισμούς που να αποτρέπουν παραβιάσεις, όπως η παράνομη συλλογή δεδομένων ή η παρακολούθηση χωρίς συναίνεση. Επίσης, όταν τέτοιες παραβιάσεις συμβαίνουν, οι ποινές πρέπει να είναι τόσο αυστηρές ώστε να λειτουργούν αποτρεπτικά, δηλαδή να κάνουν τις εταιρείες να σκέφτονται δύο φορές πριν προβούν σε αντίστοιχες ενέργειες.

Οι νόμοι και οι κανονισμοί δεν πρέπει να είναι απλώς τυπικές διαδικασίες που παρακάμπτονται με μια οικονομική αποζημίωση. Η προστασία της ιδιωτικότητας είναι ένα ζήτημα που αφορά όχι μόνο τα δικαιώματα, αλλά και την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς και τις τεχνολογικές εταιρείες που χειρίζονται τα δεδομένα τους.

Η υπόθεση της Apple δείχνει πόσο σημαντικό είναι να είμαστε προσεκτικοί και να διεκδικούμε τα δικαιώματά μας στη σημερινή τεχνολογική εποχή. Οι αρμόδιοι φορείς πρέπει να προστατεύουν τους πολίτες και να αποτρέπουν καταχρήσεις, επιβάλλοντας ποινές που δεν μπορούν να «αγοραστούν» με χρήματα. Η ελευθερία, η ιδιωτικότητα και η προστασία των δεδομένων μας είναι βασικές αξίες που πρέπει να προστατεύονται σε κάθε σύγχρονη κοινωνία.

Οτιδήποτε άλλο από αυτό είναι άδικο για τον άνθρωπο και καθόλου ωφέλιμο! 

ΝΙΚΗ ΜΗΛΑ

Σχετικές δημοσιεύσεις