Στη Σύνοδο Κορυφής Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δυτικών Βαλκανίων βρέθηκε πρόσφατα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης όπου αναφέρεται ειδικότερα στην προοπτική ένταξης της Αλβανίας και της Σερβίας.
Στην περίπτωση της Αλβανίας, επισήμανε:
“Η Ελλάδα είναι ουσιαστικά ο θεματοφύλακας της ευρωπαϊκής πορείας της Αλβανίας και ότι τα ζητήματα, που αφορούν στην προστασία της ελληνικής εθνικής μειονότητας, η κατοχύρωση των περιουσιακών τους δικαιωμάτων, το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, δεν είναι εφήμερα ζητήματα, αλλά ζητήματα τα οποία αφορούν πλέον και τις σχέσεις της Αλβανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και είμαι ικανοποιημένος για το γεγονός ότι για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια έχουμε μια σημαντική κινητικότητα από πλευράς Αλβανίας στην αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών. Θα έλεγα ίτ αυτή είναι και η καλύτερη απόδειξη γιατί τελικά η ευρωπαϊκή πορεία των βαλκανικών χωρών μπορεί να οδηγήσει και στην επίλυση χρόνιων τέτοιων ζητημάτων όταν αυτά ανάγονται από διμερή σε ευρωπαικά”
Τα διαχρονικά ζητήματα που έχουμε με την Αλβανία δεν έχουν ποτέ τεθεί σοβαρά στο τραπέζι από καμία κυβέρνηση. Τώρα, ο Μητσοτάκης φαίνεται να προσπαθεί να μας εντυπωσιάσει, ρίχνοντας την ευθύνη στην ΕΕ, λέγοντας πως η ευρωπαϊκή προοπτική των βαλκανικών χωρών μπορεί να συμβάλει στην επίλυση τέτοιων χρόνιων θεμάτων, εφόσον αυτά μετατρέπονται από διμερή σε ευρωπαϊκά ζητήματα. Τι άλλο να πει ο Πρωθυπουργός; Να θυμηθούμε λίγους μήνες πριν, όταν ο Έντι Ράμα επισκέφθηκε τη χώρα μας και σε μια μεγάλη συγκέντρωση στο γήπεδο του Γαλατσίου δήλωσε ότι: «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες όσο ανήκει και στους Αλβανούς». Και η αντίδραση της κυβέρνησης; Η απόλυτη σιωπή. Αφήνουν έτσι ανεξέλγκτα αρχηγούς χωρών να κάνουν τέτοιες δηλώσεις, στην ίδια σου την χώρα και δεν ανοίγει ρουθούνι.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει από καμία κυβέρνηση να προασπίσει τα δικαιώματά μας στην Αλβανία ή αλλιώς Ίλλυρια στην αρχαία. Αυτό περιλαμβάνει ζητήματα όπως τα πολιτισμικά μας δικαιώματα στην περιοχή, την προστασία και ασφάλεια της ελληνικής μειονότητας στη γειτονική χώρα, την κατάσχεση περιουσιών Ελλήνων από το αλβανικό κράτος, την οριοθέτηση της ΑΟΖ και των υφαλοκρηπίδων (θέματα που παραμένουν ανενεργά από το 2009), καθώς και την ανεξέλεγκτη μετανάστευση και το ζήτημα των συνόρων.
Δυστυχώς, η ελληνική εξωτερική πολιτική αποδεικνύεται επανειλημμένα ανεπαρκής, και έτσι μια μέρα μπορεί να βρεθούμε εμείς ως ξένοι στη δική μας χώρα. Είναι υψίστης σημασίας να αλλάξει η Ελλάδα το αδύναμο και φοβικό προφίλ που παρουσιάζει στις διεθνείς σχέσεις της. Κανείς δεν σέβεται εκείνον που προσπαθεί να κερδίσει τις εντυπώσεις μέσω υποτακτικής στάσης ή δηλώσεων που δείχνουν ότι είναι πάντα δεδομένος. Βεβαίως, κανείς δεν θα σεβαστεί κάποιον που αποτυγχάνει να αναγνωρίσει την ίδια του τη χώρα.
Η εξωτερική πολιτική αναφέρεται στη στάση και τη θέση της Ελλάδας απέναντι σε άλλες χώρες στον παγκόσμιο χάρτη. Πιο συγκεκριμένα, αφορά τη στρατηγική και τις αποφάσεις των πολιτικών που βρίσκονται στη διακυβέρνηση και στη Βουλή, οι οποίοι έχουν την ευθύνη να εκπροσωπούν τη χώρα μας. Κάθε στιγμή, είναι υποχρεωμένοι να τοποθετούνται και να λαμβάνουν θέση για οποιοδήποτε θέμα προκύψει ή παρουσιαστεί, και που αφορά τα συμφέροντα της Ελλάδας. Εν τέλει, η εξωτερική πολιτική αντικατοπτρίζει τη θέση της χώρας μας στον διεθνή χώρο.
Μια πραγματική εξωτερική πολιτική απαιτεί:
Καλή γνώση της Ελλάδας: Είναι απαραίτητο να κατανοείς το χαρακτήρα, την ιστορία και τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο.
Επίγνωση των θεμάτων που αφορούν την Ελλάδα: Πρέπει να έχεις πλήρη ενημέρωση σχετικά με τα ζητήματα που αγγίζουν τη χώρα μας σε παγκόσμιο επίπεδο.
Κατανόηση των προβλημάτων των Ελλήνων πολιτών: Είναι σημαντικό να γνωρίζεις τα θέματα και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες πολίτες.
Συνεχής επιβεβαίωση αυτής της θέσης: Η υποστήριξη και η προώθηση των ελληνικών αξιών και συμφερόντων πρέπει να είναι διαρκής.
Δυνατή φωνή κατά της αδικίας: Όταν προκύπτουν απόπειρες να αμφισβητηθεί η θέση της Ελλάδας ή η αξία των Ελλήνων πολιτών, πρέπει να υπάρχει μια ισχυρή αντίδραση για να προστατευτούν τα δικαιώματα και η αξιοπρέπεια τους.
Γνώση της εθνικής ταυτότητας: Χωρίς τη γνώση της Ελλάδας και των Ελλήνων, η ανάπτυξη μιας στέρεης εξωτερικής πολιτικής είναι αδύνατη.
Αυτά τα στοιχεία αποτελούν τη βάση για μια αποτελεσματική και υπεύθυνη εξωτερική πολιτική.
