Το έγκλημα των Τεμπών και η πρόταση δυσπιστίας που απορρίφθηκε: Ένα επικοινωνιακό τέχνασμα της αντιπολίτευσης.

Με 157 ψήφους κατά και 136 υπέρ, η πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης απορρίφθηκε στη Βουλή, λίγο πριν τα μεσάνυχτα της Παρασκευής, 7 Μαρτίου 2025. Η πρόταση, που κατατέθηκε από το ΠΑΣΟΚ, τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Νέα Αριστερά, την Πλεύση Ελευθερίας και εννέα ανεξάρτητους βουλευτές, είχε ως αφορμή το δυστύχημα των Τεμπών. Ωστόσο, η έκβαση της ψηφοφορίας δεν προξένησε έκπληξη, καθώς η κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία διαθέτει την απαιτούμενη πλειοψηφία για να αποκρούσει οποιαδήποτε τέτοια πρόταση.

Η πρόταση δυσπιστίας, όπως και σε προηγούμενες περιπτώσεις, φαίνεται να λειτουργεί περισσότερο ως ένα επικοινωνιακό τέχνασμα παρά ως μια πραγματική προσπάθεια ανατροπής της κυβέρνησης. Η αντιπολίτευση, χρησιμοποιώντας το συλλογικό αίσθημα των πολιτών για το δυστύχημα των Τεμπών, επιχείρησε να πιέσει την κυβέρνηση και να κερδίσει την εύνοια των ψηφοφόρων. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι σε ένα κοινοβούλιο όπου η κυβερνώσα παράταξη διαθέτει σαφή πλειοψηφία, τέτοιες προτάσεις δεν έχουν πρακτικές πιθανότητες επιτυχίας.

Αυτή η τακτική δεν είναι καινούργια. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει αντιμετωπίσει παρόμοιες προτάσεις δυσπιστίας στο παρελθόν. Για παράδειγμα, τον Ιούλιο του 2019, η αντιπολίτευση κατέθεσε πρόταση δυσπιστίας με αφορμή το πρώτο νομοσχέδιο της κυβέρνησης που αφορούσε το φορολογικό. Τον Ιούνιο του 2020, ο ΣΥΡΙΖΑ κατέθεσε νέα πρόταση δυσπιστίας, κατηγορώντας την κυβέρνηση για την ανεπαρκή διαχείριση της πανδημίας του COVID-19 και των οικονομικών μέτρων. Και στις δύο περιπτώσεις, οι προτάσεις απορρίφθηκαν, καθώς η κυβερνώσα παράταξη διατηρούσε την πλειοψηφία της.

Η απόρριψη της πρότασης δυσπιστίας δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς η κυβερνώσα παράταξη έχει την απαιτούμενη πλειοψηφία για να διατηρήσει την εξουσία. Ωστόσο, η συμμετοχή όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης σε αυτή τη διαδικασία δείχνει ότι, παρά τις διαφορές τους, κανένα από αυτά δεν είναι διατεθειμένο να ανατρέψει πραγματικά την κυβέρνηση. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ως μια σιωπηρή συμφωνία με την κυβερνητική πολιτική, ακόμα και όταν αυτή αντιμετωπίζει κριτική για σοβαρά ζητήματα, όπως το δυστύχημα των Τεμπών.

Αν η αντιπολίτευση πραγματικά επιθυμούσε να ανατρέψει την κυβέρνηση, θα μπορούσε να λάβει πιο δραστικά μέτρα, όπως η παραίτηση των βουλευτών της από τη Βουλή, προκαλώντας έτσι μια πολιτική κρίση που θα οδηγούσε σε εκλογές. Ωστόσο, αυτό δεν έχει συμβεί ποτέ, γεγονός που υποδηλώνει ότι, παρά τις ρητορικές τους, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν είναι διατεθειμένα να πάρουν τέτοια ρίσκα.

Τέλος, η απόρριψη της πρότασης δυσπιστίας θυμίζει ότι όλα τα κόμματα της Βουλής, ανεξάρτητα από την ιδεολογία τους, φέρουν μια μερίδα ευθύνης για τα γεγονότα που συμβαίνουν στη χώρα. Η συμμετοχή τους στη διαδικασία της πρότασης δυσπιστίας, χωρίς να λαμβάνουν πιο δραστικά μέτρα, δείχνει ότι τελικά συμφωνούν με την κυβερνητική πολιτική, ακόμα και όταν αυτή αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα.

Συμπερασματικά, η πρόταση δυσπιστίας ήταν ένα επικοινωνιακό τέχνασμα που δεν άλλαξε την πολιτική πραγματικότητα. Η κυβέρνηση παραμένει σταθερή, και η αντιπολίτευση συνεχίζει να χρησιμοποιεί τέτοιες τακτικές για να κερδίσει την εύνοια των ψηφοφόρων, χωρίς όμως να διακινδυνεύσει την πολιτική σταθερότητα. 

Σε ένα πολιτικό σύστημα όπου η πλειοψηφία καθορίζει τα πάντα, τέτοιες προτάσεις είναι περισσότερο θεατρικές παρά πραγματικές προσπάθειες για αλλαγή. Η ευθύνη για όλο αυτό το επικοινωνιακό παιχνίδι είναι όλων των κομμάτων!!

Σχετικές δημοσιεύσεις