Η ιστορία της Ολυμπιακής Αεροπορίας είναι ένα κλασικό παράδειγμα του πώς το ελληνικό κράτος, αντί να αναμορφώσει και να ενδυναμώσει δημόσιες επιχειρήσεις, επιλέγει την εύκολη λύση της πώλησης – συχνά σε τιμή ευκαιρίας – με την δικαιολογία της «αποτελεσματικότητας» και της «μείωσης του κόστους». Οι ιδιωτικοποιήσεις, ωστόσο, δεν είναι πάντα η λύση, και η περίπτωση της Ολυμπιακής το αποδεικνύει με τραγικό τρόπο.
Το αφήγημα της «εξυγίανσης» και η πικρή αλήθεια ότι το κράτος, όπως λένε, ξεφορτώθηκε ένα «βαρύ οικονομικό βάρος». Η Ολυμπιακή κόστιζε 350 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ σήμερα, με την άνοδο της Aegean και της Sky Express, το κράτος εισπράττει 200 εκατ. ευρώ από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Ακούγεται καλό, έτσι; Αλλά ας μην ξεχνάμε κάτι βασικό: η Ολυμπιακή δεν ήταν απλώς ένα «έξοδο» – ήταν μια επιχείρηση με στρατηγική αξία, που ανήκε στον Ελληνικό λαό.
Το πρόβλημα της Ολυμπιακής δεν ήταν ότι ήταν δημόσια, αλλά ότι έγινε κακή διαχείριση από διαδοχικές κυβερνήσεις. Αντί να βελτιώσουν τη διακυβέρνησή της, οι πολιτικοί της έδωσαν το «χτύπημα της χάριτος», την πούλησαν σε τιμή ευκαιρίας (200 εκατ. ευρώ) και τώρα παινεύονται που το κράτος «βγάζει κέρδη» από φόρους. Αλλά ποιος ουσιαστικά ωφελείται; Οι εργαζόμενοι έχασαν θέσεις εργασίας και εργασιακά δικαιώματα και οι πολίτες έχουν λιγότερες επιλογές και υψηλότερες τιμές (η Aegean έχει πρακτικά μονοπώλιο). Έτσι, το κράτος έχασε έναν στρατηγικό πυλώνα της αεροπορίας του, για να εισπράξει μερικά εκατοντάδες εκατομμύρια σε φόρους.
Με την υποκρισία της ΝΔ, Ο κ. Χατζηδάκης μιλάει για «βαθύ κράτος» σαν να μην είναι η ίδια του η παράταξη μέρος του συστήματος που κατέστρεψε την Ολυμπιακή. Η ΝΔ κυβερνά την Ελλάδα για δεκαετίες άρα πώς ακριβώς η Ολυμπιακή έγινε «ζημιογόνα» χωρίς ευθύνη των κυβερνήσεων που την διόριζαν; Το 2009, ο ίδιος ο Χατζηδάκης έλεγε ότι αν κλείσει η Ολυμπιακή, θα φτιάχναμε «30 νοσοκομεία και 200 σχολεία». Τελικά, που είναι αυτά τα νοσοκομεία; Που είναι τα σχολεία; Αντίθετα, κλείνουμε αυτά που έχουμε.
Με το μοντέλο της συστημικής κατασπατάλησης, η Ολυμπιακή δεν είναι η μόνη περίπτωση. Η ΔΕΗ, ο ΟΣΕ, οι εθνικοί δρόμοι, τα λιμάνια, τα νερά – όλα πωλούνται ή παραδίδονται σε ιδιώτες, με την ίδια δικαιολογία: «Το κράτος δεν μπορεί να τα διαχειριστεί». Αλλά το κράτος δεν είναι αδύναμο, είναι εκούσια ανίκανο, γιατί οι κυβερνήσεις προτιμούν τις γρήγορες λύσεις και τις πωλήσεις, αντί να αναλάβουν την πολιτική ευθύνη της βελτίωσης.
Αφού λοιπόν προτιμούν να εισπράττουν “απλά φόρους”, τότε η φορολογία πρέπει να είναι υπέρ του κοινού, όχι της λεηλασίας. Ο φόρος δεν πρέπει να είναι ένας αόριστος μηχανισμός λεηλασίας, αλλά ένα εργαλείο για συγκεκριμένες επενδύσεις με συγκεκριμένα έργα, με διαφάνεια και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την συλλογική ωφέλεια και όχι για τα ιδιωτικά κέρδη. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, τα χρήματα χάνονται σε κρατικούς μηχανισμούς, θεσμούς και διαφθορά, όπου καλείται ο πολίτης πληρώνει φόρους χωρίς να ξέρει που πάνε οι φόροι του. Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν ολόκληρες σέχτες και ομάδες που απολαμβάνουν το αφορολόγητο, ενώ ο υπόλοιπος λαός πληρώνει μέχρι ασφυξίας.
Αυτό δεν είναι φορολογία, είναι οργανωμένη ληστεία.
Παράδειγμα τραγικό είναι οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων: δεν γνωρίζουμε αν τα χρήματα αυτά ωριμάζουν για τη σύνταξή τους ή κατασπαταλούνται από κρατικούς φορείς. Το ίδιο συμβαίνει με τους άδικους φόρους στα ακίνητα, στα αυτοκίνητα (με 100% φόρο πολυτελείας), στα ενδύματα, ακόμα και στον εκτελωνισμό, όπου πληρώνεις για “Ταμείο Αναπήρων” χωρίς να καταλαβαίνεις γιατί.
Και ενώ οι απλοί πολίτες και οι επιχειρήσεις πληρώνουν φόρους 40-50%, υπάρχουν ομάδες (όπως το ΚΙΣ) που δεν πληρώνουν τίποτα! Γιατί; Και πώς γίνεται να ανταγωνίζονται δίκαιες επιχειρήσεις; Αυτή η ανισότητα είναι εσκεμμένη, με στόχο την εκμετάλλευση του λαού.
Ακόμα πιο εμφανής είναι η ληστεία μέσω των λογαριασμών (π.χ. ΔΕΗ), όπου οι φόροι και τα “τέλη κοινής ωφέλειας” φτάνουν να είναι διπλάσιοι από την κατανάλωση. Πού πάνε αυτά τα χρήματα; Ποιος ελέγχει; Η απάντηση είναι απλή: Κανείς.
Η φορολογία έχει μετατραπεί σε όπλο καταπίεσης. Πληρώνουμε φόρους στα πάντα και παρόλα αυτά, χρωστάμε ακόμα! Πώς γίνεται να εισπράττονται τόσα και να μην φτάνουν ποτέ; Η απάντηση είναι μία: Οι φόροι δεν πηγαίνουν πουθενά, παρά μόνο στην τσέπη μιας μικρής ομάδας που κυβερνά με διαφθορά και ψευδολογική νομοθεσία.
Ήρθε η ώρα να σταματήσει αυτή η συστημική ληστεία. Να απαιτήσουμε διαφάνεια, δικαιοσύνη και αναδιανομή του πλούτου.
Κλείνοντας, η ιστορία της Ολυμπιακής δεν είναι μια ιστορία «επιτυχίας» της αγοράς. Είναι μια ιστορία παραίτησης του κράτους από τις υποχρεώσεις του και παράδοσης των δημόσιων αγαθών σε λίγους. Και όσο συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι «ο ιδιωτικός τομέας τα κάνει όλα καλύτερα», θα βλέπουμε όλο και περισσότερες υπηρεσίες να υποβαθμίζονται, οι φόροι να αυξάνονται και ο λαός να πληρώνει το τίμημα.
Το πρόβλημα δεν ήταν η Ολυμπιακή. Το πρόβλημα είναι αυτοί που την κατέστρεψαν – και τώρα την πουλάνε ως «επιτυχία».
